Ο Ωρωπός κατά τη διάρκεια της Ιστορίας έχει διεκδικηθεί τόσο από την Αθήνα όσο και από τη Βοιωτία. Από τα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέµου και έπειτα είτε ανήκει εναλλάξ και στις δύο είτε είναι αυτόνοµος.
Η ευρύτερη περιοχή εκτεινόταν από το Δήλεσι στα δυτικά µέχρι τους Αγίους Αποστόλους στα ανατολικά και το όρος Μπελέτσι στα νότια. Η επικοινωνία µε τη Βοιωτία γινόταν άµεσα, µέσω της κοιλάδας του Ωρωπού, ενώ αντίθετα η επικοινωνία µε την υπόλοιπη Αττική εµποδιζόταν από την Πάρνηθα και από το όρος Μαυρόνορο (Μαυροβούνι).
Η επικοινωνία με την Αττική γινόταν µέσω τριών οδικών αξόνων. Ο πρώτος δρόµος οδηγούσε από τον Ραµνούντα µε κατεύθυνση προς το βορειοανατολικό άκρο του όρους Μαυρόνορο και, δια µέσω του Καλάµου, έφτανε στον Ωρωπό.
Ο δεύτερος εκκινούσε από την Αθήνα και διασχίζοντας το πέρασµα µεταξύ των ορέων Μπελέτσι και Μαυροβούνι κατέληγε στις Αφίδνες.
Ο τρίτος δρόµος εκκινούσε επίσης από την Αθήνα και κατέληγε στον Ωρωπό διαµέσου του δυτικού τµήµατος του όρους Μπελέτσι.
Η αρχαιολογική έρευνα υπό τον καθηγητή Μ. Κοσμόπουλο, µε την ονοµασία Oropos Survey Project έλαβε χώρα στην περιοχή της Αρχαίας Ωρωπίας από το 1989 έως το 1995 και έφερε στο φως χρήσιµες πληροφορίες για το οικιστικό µοτίβο της περιοχής.
Άλλες αγροικίες του 5ου π.Χ. αιώνα εντοπίζονται στις θέσεις Αυλοτόπι, Βλαστός και στους λόφους πίσω από την πεδιάδα του Δραγκό (η μεγάλη πεδιάδα του Ωρωπού προς τα δυτικά κατά μήκος της ακτής).
Η θέση τους δεν
είναι ιδιαίτερα αποµακρυσµένη από την πόλη του Ωρωπού, γεγονός που υποδεικνύει
ότι οι ένοικοι των αγροικιών διέµεναν στην πόλη και πήγαιναν καθηµερινά στα
κτήµατά τους. Καθώς στο µεγαλύτερο µέρος του 5ου αιώνα π.Χ. ο Ωρωπός βρισκόταν
υπό αθηναϊκή κατοχή, οι αγροτικές θέσεις που βρίσκονταν κοντά στο ιερό του
Αµφιαράου και στην περιοχή του Βλαστού, θα µπορούσαν να κατοικούνται από
Αθηναίους κληρούχους.
Στον 4ο αιώνα π.Χ. συνέχισαν να κατοικούνται όλες οι θέσεις του 5ου αιώνα π.Χ. και, επιπροσθέτως, ιδρύονται πλέον εννέα νέες. Οι περισσότερες βρίσκονται στις περιοχές του Αµφιαράειου και του Βλαστού, όπου ιδρύονται 6 έως 8 νέες θέσεις.
Ο αριθµός και η διάταξη των εγκαταστάσεων δείχνει
ότι η περιοχή γύρω από τον Ωρωπό συνεχίζει να καλλιεργείται έντονα. Γενικά οι
θέσεις του 4ου αιώνα π.Χ. είναι µικρού µεγέθους, από 0,7 έως 4,5 εκτάρια. Αν
και βασικά χαρακτηριστικά όπως πύργοι, αυλές και αλώνια δεν εντοπίστηκαν, τα
κινητά ευρήµατα που βρέθηκαν (αποθηκευτικά αγγεία, κεραµίδια, αγνύθες και
µελαµβαφής κεραµική) αποκαλύπτουν ότι πρόκειται για αγροικίες.
Στην
πλειοψηφία τους συνεχίζουν να λειτουργούν και στα ελληνιστικά χρόνια. Περίπου 20 µπορούν
να χρονολογηθούν µε βάση την κεραµική που περισυλλέχθηκε στον 3ο ή και στον 2ο
αιώνα π.Χ. Ωστόσο, από τις 22 θέσεις του 4ου αιώνα π.Χ., πλέον µόνο οι 9
καταλαµβάνουν το ίδιο σηµείο, ενώ ιδρύονται τέσσερις νέες στην περιοχή του
Βλαστού και γύρω από το ιερό του Αµφιάραου και τρεις γύρω από τον Ωρωπό. Σε
γενικές γραµµές, οι θέσεις των ελληνιστικών χρόνων είναι µικρές σε µέγεθος, µε
τη έκτασή τους να κυµαίνεται από 0,2 έως 3 εκτάρια. Στην πλειοψηφία
τους, είναι ξεκάθαρο ότι πρόκειται για αγροικίες που εκµεταλλεύονταν τους
φυσικούς πόρους γύρω από τον Ωρωπό, το Αυλοτόπι και τις µικρές κοιλάδες της
περιοχής του Βλαστού.
Από τα δεδοµένα των ερευνών προκύπτει ότι οι άνθρωποι έµεναν τον 5ο αιώνα π.Χ. σε µικρές αγροικίες γύρω από την πόλη του Ωρωπού και της πεδιάδας του. Στον 4ο π.Χ. αιώνα αυτό το οικιστικό µοτίβο εξαπλώνεται σε ακόµα πιο αποµακρυσµένες περιοχές.
O Κοσµόπουλος υποστήριξε ότι στο µοτίβο των
αγροτικών θέσεων που ξεκίνησε τον 5ο π.Χ. αιώνα και έφτασε στην ακµή του στον 4ο ,
αντανακλάται η αυξηµένη ζήτηση της αγροτικής παραγωγής. Η εκµετάλλευση των
αποµακρυσµένων περιοχών σε πλαγιές µε τη δηµιουργία πλατωµάτων, λίπανσης, έργων
αρδευτικών, µικτής καλλιέργειας ελιάς, αµπελιού και δηµητριακών, αποτελούσαν
γενικές στρατηγικές της αγροτικής εντατικοποίησης κατά τη διάρκεια της κλασικής
περιόδου.
Πηγές
Δημακόπουλος
Σ. (2017), Αγροικίες κλασσικής και ελληνιστικής εποχής στην Αττική,
Διδακτορική Διατριβή, ΑΠΘ.
Παριανού
Ε. (2003), Οι αρχαιότητες του Ωρωπού, Διπλωματική Εργασία,
Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.
Πετράκος
Β. (1968), Ο Ωρωπός και το Ιερόν του Αμφιάραου, Εν Αθήναις
Αρχαιολογική Εταιρεία.
Πύλη
για την ελληνική γλώσσα: https://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/search.html?lq=%CE%B1%CE%B3%CF%81%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%AF%CE%B1
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου