Ο
σκοπός του τραγουδιού του Κλήδονα από τα Παλάτια του Μαρμαρά
θεωρείται από τους ωραιότερους του είδους του στην Ελλάδα. Η γυναικεία αυτή
γιορτή με τις πανάρχαιες ρίζες διατηρήθηκε μέχρι πρόσφατα στα περισσότερα μέρη
εγκατάστασης των Μαρμαρινών προσφύγων. Στα Νέα Παλάτια του Ωρωπού αναβιώνει
κάθε χρόνο αποτελώντας ένα από τα δημοφιλέστερα έθιμα του καλοκαιριού.
Το άφηναν όλη τη νύχτα προς την 24η Ιουνίου έξω, στα άστρα,
για να αποκτήσει μεγάλη δύναμη και να φέρει το ποθούμενο αποτέλεσμα. Το
δειλινό, ανήμερα τ’ Αγιαννιού, έβαζαν ένα κοριτσάκι, συνήθως ντυμένο νύφη, να
βγάζει τυχαία τα σημάδια μέσα από τον μαστραπά και οι συμμετέχουσες
τραγουδούσαν διάφορα στιχάκια πάντοτε σχετικά με την καλή μοίρα, την ομορφιά
και τις χάρες του μέλλοντος αρραβωνιαστικού ή της κοπέλας στην οποία ανήκε το
σημάδι.
Το
τραγούδι ξεκινούσε πάντοτε «με τ’Αγιαννιού ντη χάρη» κι ακολούθως οι
κοπέλες τραγουδούσαν απανωτά δίστιχα με την αγωνιώδη επίκληση «πρόβαλε» προς
τον επίδοξο και ποθητό «χαϊδεμένο» τους, για να βιαστεί να εμφανιστεί, προς
ολοκλήρωση της ευτυχίας τους:
Ανοίγουμε ντον κλήδονα με τ’Αγιαννιού ντη χάρη
Κι όπου είν’ ο καλορίζικος τώρα θε’ αν προβάλει (2).
Πρόβαλε, χαϊδεμένε μου, στράψε και λάμψε, φως μου,
Ντο νου μου και ντο λογισμόν, όπου με πήρες, δώσ’ μου
(2).
Πρόβαλε με τα σύννεφα κι έλα με ντον αγέρα,
Με τα πετάμενα πουλιά ανεκατέψου κι έλα (2).
Πρόβαλε, χαϊδεμένε μου, και σαν ντον ήλιο λάμψε,
Να πάψουνε τα μάτια μου μιαν ώρα απέ το κλάψε (2).
Μετά
τον κυρίως σκοπό με τα κοντύματα (δίστιχα) του κλήδονα, οι Παλατιανές
τραγουδούσαν και διάφορα άλλα ερωτικά τραγούδια (επίσης με κοντύματα), στους
ρυθμούς των συρτών χορών του χωριού, όπως το Μπαρμπουνάκι, το Μύργαλο κ.ά.
Τα μάτια σου τα ολόμαυρα, σαν της ελιάς το ρέκι[2],
Το πρόσωπό σου είναι γυαλί κι ούλο ντον κόσμο φέγγει
(2).
Κλήδονα μεγαλόχαρε, των κοριτσιών καμάρι,
Στείλε με το ταιράκι μου, να ‘ρτεί και να με πάρει.
Μαλαματένιε μου σταυρέ με τα μαργαριτάρια,
Ξεχωριστός με φαίνεσαι μέσα στα παλληκάρια.
Όσα ν’ ακούσω για τα σε, όσα και να με πούνε,
Αδύνατο τα μάτια μου άλλονε για να διούνε.
Τα μάτια μου περιόρισα πια να μη σε θωρούνε
Και κείνα τα μαριόλικα, όταν σε διουν, γελούνε.
Συχνά,
προς το τέλος του μαντικού εθίμου, αφού είχαν δοθεί όλα τα σημάδια, ακούγονταν
και διάφορα αστεία, σκωπτικά ή και εντεψίζικα (πρόστυχα) δίστιχα όπως:
Θαρρείς πως είσαι όμορφος, φουσκώνεις σαν μπαλόνι,
Δε βλέπει τα μπαλώματα πόχει στο παντελόνι.
Όταν σ’εγέννα η μάνα σου και σε εκοιλοπόνα,
Θε’ να σε κάνει βάτραχο και σ’ έκαμνε χελώνα.
Η
λέξη «κλήδονας» έχει αρχαία ελληνική προέλευση (από τη λέξη «η κληδών», «της
κληδόνος») και σημαίνει μαντεία, πρόρρηση, οιωνός.
Πηγές
· Ηλιάδης
Θ. (2001), Προκόνησος, Παλάτια, Νέα Παλάτια, Κοινότητα Νέων
Παλατίων.
· Κοντάρας
Θ. (2021), Τραγούδια από τα Παλάτια του Μαρμαρά της Μικράς Ασίας,
εκδ. Λυκείου Ελληνίδων.
[1] Μικρό φορητό δοχείο για τοποθέτηση
υγρών, ιδίως πόσιμου νερού ή κρασιού.
[2] Ρέκι: χρώμα, μορφή (τουρκ. renk).