Οι νεότερες ανασκαφές ξεκίνησαν από
την αρχαιολόγο Αλίκη Δραγώνα στη δεκαετία του 1980, όταν
σχεδιαζόταν η ανέγερση του Γυμνασίου Ωρωπού και βρέθηκαν κατάλοιπα σε μεγάλο
βάθος κατά την εκσκαφή των θεμελίων αυτού του κτηρίου. Μέχρι τότε, στην
ευρύτερη περιοχή του Ωρωπού δεν γνωρίζαμε καθόλου την ύπαρξη καταλοίπων των
πρώιμων ιστορικών χρόνων. Οπότε, όταν βρέθηκε αυτή η εκτεταμένη εγκατάσταση
πολύ γρήγορα έγινε αντιληπτό ότι πρόκειται για έναν οικισμό του 8ου αιώνα
π.Χ. που στέκεται σε τόσο καλή κατάσταση ώστε όμοιό του δεν έχουμε στην
ηπειρωτική Ελλάδα και τούτο διότι η πλημμύρα που οδήγησε στην εγκατάλειψη της
θέσης, οδήγησε ταυτόχρονα και στην άψογη διατήρηση των αρχιτεκτονικών
καταλοίπων. Μετά από χρόνια, ο καθηγητής Α. Μαζαράκης ανέλαβε τη
συστηματική ανασκαφή αυτού του χώρου για λογαριασμό της Αρχαιολογικής
Εταιρείας, από το 1996 έως το 2011 και στη συνέχεια με το Πανεπιστήμιο
Θεσσαλίας έως σήμερα.
Ο οικισμός φαίνεται να ήταν παράκτιος
και με μακρόστενο σχήμα (η θάλασσα ήταν
πιο κοντά και σήμερα έχει υποχωρήσει από τις προσχώσεις του Ασωπού) και περιελάμβανε
κτήρια τα οποία ήταν κτισμένα με απλές πέτρες ανεπεξέργαστες, πλίνθινες
ανωδομές και στέγες αχυρένιες ή από άλλα φθαρτά υλικά, όπως π.χ. καλάμια. Τα
κτήρια ήταν είτε ελλειψοειδή, είτε αψιδωτά, είτε κυκλικά, δηλ. επικρατούσαν τα
καμπυλόγραμμα σχέδια. Συνολικά έχουν βρεθεί πάνω από σαράντα τέτοια κτήρια.
Στην πορεία των χρόνων, λόγω των πλημμυρών, αλλά και νέων αρχιτεκονικών συνηθειών και κοινωνικών συνθηκών, αλλάζει η μορφή των κτηρίων. Εγκαταλείπονται σταδιακά τα καμπυλόγραμμα κτίσματα και συναντούμε ολοένα και περισσότερο ευθύγραμμα κτίσματα με ορθές γωνίες, μακρόστενους δρόμους και ένα κτήριο σε σχήμα παραλληλογράμμου το οποίο θα μπορούσε να είναι ενδεχομένως και μία αγορά. Ωστόσο, αυτή η διαδικασία «αντικατάστασης» του γεωμετρικού από τον αρχαϊκό οικισμό διακόπηκε για ακόμα μία – και τελευταία – φορά από μία καταστρεπτική πλημμύρα που ανάγκασε τους κατοίκους να μετακινηθούν περίπου 600 μέτρα ανατολικότερα στις πλαγιές του λόφου Λομπέρδι, όπου εικάζεται ότι υπήρξε η Ακρόπολη του Ωρωπού κατά την κλασσική έως και ρωμαϊκή εποχή.
Έτσι, οι κάτοικοι ίδρυσαν μια νέα πόλη
η οποία, όπως γνωρίζουμε από τον Ηρόδοτο, ονομάστηκε πλέον Ωρωπός,
περίπου στη σημερινή θέση της Σκάλας Ωρωπού, και στην περιοχή του προγενέστερου
οικισμού αναπτύχθηκε το δυτικό νεκροταφείο της νέας πόλης.
Στη γεωμετρική και αρχαϊκή περίοδο, η
περιοχή είχε πολύ μεγαλύτερη σχέση με την Ερέτρια και μάλιστα ενδέχεται να
ιδρύθηκε από Ερετριείς, όπως δείχνουν τα πολιτιστικά χαρακτηριστικά των
ευρημάτων ως προς την αρχιτεκτονική, την κεραμική παραγωγή και τα εργαστήρια
(οι κάτοικοι έφερναν άργιλο από απέναντι για να κατασκευάσουν τα αγγεία τους),
ακόμα και το αλφάβητο (σε πρώιμο χάραγμα που βρέθηκε στην περιοχή έχει
χρησιμοποιηθεί το ερετριακό αλφάβητο. Αργότερα, κατά τα κλασσικά χρόνια, όταν ο
Ωρωπός μετακινείται στη γνωστή του θέση λίγο ανατολικότερα, οι Αθηναίοι και οι
Θηβαίοι θα έχουν πολύ πιο κυρίαρχο ρόλο να παίξουν ως προς την επιρροή τους
στην περιοχή).
Επιπλέον, μπορούμε να υποθέσουμε ότι
αυτή η στενή σχέση με την Ερέτρια οδήγησε τους κατοίκους του «Γεωμετρικού
Ωρωπού» να συνταξιδέψουν με τους Ερετριείς και να συμμετάσχουν στην ίδρυση των
πρώτων ελληνικών αποικιών στη Δύση και συγκεκριμένα στον κόλπο της Νάπολης όπου
οι Ευβοείς ίδρυσαν πρώτα τις Πιθηκούσες και αργότερα, σε ιταλικό έδαφος, την
Κύμη. Η υπόθεση για τη «συνεργασία» με τους Ευβοείς για την ίδρυση των αποικιών
ενισχύεται και από το γεγονός ότι αυτοί αναζητούσαν στις αποικίες κυρίως
μέταλλα και ο οικισμός του Ωρωπού ήταν ένα γνωστό ισχυρό κέντρο μεταλλοτεχνίας
των πρώιμων ιστορικών χρόνων με εργαστήρια που κατασκεύαζαν κυρίως σιδερένια
αλλά και χάλκινα αντικείμενα.
Όσον αφορά τις καλλιέργειες στον Γεωμετρικό οικισμό του Ωρωπού, μπορούμε να πούμε ότι καλλιεργούσαν δημητριακά – κυρίως σιτάρι και δίκοκκο κριθάρι – και όσπρια όπως το μπιζέλι, το φασολάκι, τα ρεβίθια, όπως προκύπτει από τις αναλύσεις. Επίσης, βρέθηκαν πάρα πολλοί ελαιοπυρήνες (κουκούτσια από ελιές) σε εργαστήριο μεταλλοτεχνίας, γεγονός το οποίο μας οδηγεί να υποθέσουμε ότι πιθανώς να χρησιμοποιούνταν ως καύσιμη ύλη.
Από την ανάλυση των ζωικών οστών προκύπτει ότι υπήρχαν κυρίως αιγοπρόβατα και αρκετά βοοειδή. Επίσης, έχουν εντοπιστεί οστά από σκυλιά, ημίονους, μικρά άλογα, ελάφια και λαγούς. Από θαλασσινά όστρακα έχουν εντοπιστεί κυρίως πορφύρες που ίσως χρησιμοποιούνταν για την παραγωγή χρώματος σε βιοτεχνικό επίπεδο εντός των οίκων.
Αν και η περιοχή δεν φαίνεται να
απέκτησε κάποιον κεντρικό χώρο λατρείας, ωστόσο υπάρχουν τέτοιες στο πλαίσιο
του κάθε οίκου: Κάθε «νοικοκυριό» περιελάμβανε μία κύρια κατοικία και διάφορους
ανεξάρτητους θαλάμους. Κάποιος από αυτούς τους θαλάμους ήταν ο χώρος της
«οικιακής λατρείας»: ένα οικιακό ιερό, μικρός βωμός, θρανίο με αθύρματα, κτλ. Οι
υπόλοιποι θάλαμοι περιελάμβαναν αποθηκευτικούς χώρους και όλα αυτά
περικλείονταν από έναν περίβολο. Η οικογένεια ήταν μάλλον διευρυμένης μορφής.
Στις 21/04/2026, το Υπουργείο
Πολιτισμού, σύμφωνα με τη γνωμοδότηση του ΚΑΣ, αποφάσισε την καταρχήν έγκριση
της προμελέτης για την ανάδειξη των αρχαιοτήτων των Πρώιμων Ιστορικών Χρόνων
στη Σκάλα Ωρωπού. Αν ολοκληρωθεί η μελέτη, ο Γεωμετρικός και Αρχαϊκός Οικισμός θα είναι ο
μοναδικός επισκέψιμος αρχαιολογικός χώρος στη Σκάλα Ωρωπού.
Πηγές:
Μαζαράκης – Αινιάν (2023), συνέντευξη
στο Lifo: Γεωμετρικός Ωρωπός: Η Ομηρική Γραία της Ιλιάδας: https://www.youtube.com/watch?v=cZKg9XNZG8Q&t=1562s
Μαζαράκης Α.Αι. (2014),
"Κώμη" ή "Πόλις" ; Η περίπτωση του Ωρωπού Αττικής, Ειδικές
Μορφωτικές Εκδηλώσεις, 5η Εκδήλωση
Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Η Κοινωνική
Αρχαιολογία των πρώιμων ιστορικών χρόνων: το παράδειγμα του Ωρωπού: https://www.ha.uth.gr/index.php?page=arch-research-pythagoras3
Παριανού Ε. (2003), Οι αρχαιότητες
του Ωρωπού, Διπλωματική Εργασία, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Βόλος
Υπουργείο Πολιτισμού, Απόφαση υπ’αρ.
173295/21-04-2026.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου