Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

Συνοπτική Ιστορία του Αυλώνα Αττικής – Μέρος Α’

 


Ο Αυλώνας είναι κτισμένος σε υψόμετρο 170 μ. σε αμφιθεατρική θέση στις βόρειες πλαγιές της Πάρνηθας, στα ιστορικά όρια της άλλοτε Αττικοβοιωτίας και σε απόσταση 50 χλμ. από την Αθήνα. Παλαιότερα ήταν γνωστός με το όνομα Σαλισάτ ή Σάλασι ή Σάλεσι ή και Κακοσάλεσι.

Το 1930 ο Αυλώνας αριθμούσε περίπου 2.230 κατοίκους. Το 1971 ήταν 2.509 ενώ το 1981 διπλασιάστηκαν, στους 5.215. Στην απογραφή του 2001 οι μόνιμοι κάτοικοι ανέρχονταν σε 5.056, ενώ το 2011 σε 5.626. Σύμφωνα με τα επίσημα αποτελέσματα της Απογραφής Πληθυσμού 2021 που ανακοίνωσε η ΕΛΣΤΑΤ, ο μόνιμος πληθυσμός του Αυλώνα Αττικής (Δημοτική Κοινότητα Αυλώνος, Δήμου Ωρωπού) είναι 3.244 κάτοικοι. Επομένως, σημειώνεται σημαντική μείωση στην απογραφή του 2021 σε σχέση με το 2011.

H ονομασία Κακοσάλεσι έμεινε από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας επειδή ακριβώς ο υπερκείμενος της σημερινής κωμόπολης ορεινός όγκος αποτελούσε παρατηρητήριο και ορμητήριο των επαναστατών κλεφτών με συνέπεια ν΄ αποτελεί κακό πέρασμα για τους Τούρκους, στη δε αρβανίτικη διάλεκτο η λέξη ΣΑΛΕΣΙ μεταφράζεται ως «πέρασμα». Η ονομασία αυτή διατηρήθηκε ως επίσημη ονομασία του οικισμού μέχρι το 1927 οπότε ο οικισμός μετονομάστηκε σε Αυλών (ο Αυλώνας) εκ της μακρόστενης κοιλάδας που υφίσταται προ αυτού την οποία διαρρέει ο Ασωπός ποταμός.

Ωστόσο, η ονομασία «Αυλών» εντοπίζεται σε αρχαία μαρμάρινη πλάκα που εντοπίστηκε το 1984 στο εξωκκλήσι του Αγίου Νικολάου, στην οποία υπάρχει αναθηματική επιγραφή αφιερωμένη στον θεό Διόνυσο: «ΔΙΟΝΥΣΩ ΑΥΛΩΝΕΙ ΦΙΛΟΤΕΡΑ ΔΙΟΔΟΤΟΥ ΚΗΦΙΣΙΕΩΣ ΘΥΓΑΤΗΡ ΕΠΙ ΙΕΡΕΩΣ ΦΙΛΗΜΩΝΟΣ ΤΟΥ ΠΟΠΛΙΟΥ ΦΙΛΑΣΙΟΥ». Η πλάκα αυτή φιλοξενείται σήμερα στο γραφείο της Δημοτικής Κοινότητας.  Επίσης, αναφορά στον Διόνυσο τον Αυλωνέα εντοπίζεται σε θρόνο στο θέατρο του Διονύσου στην Aκρόπολη Αθηνών: «ΙΕΡΕΩΣ ΑΥΛΩΝΕΩΣ ΔΙΟΝΥΣΟΥ».

Στην περιοχή άρχισαν να πρωτοεγκαθίστανται Αρβανίτες και πολύ αργότερα Σαρακατσάνοι μετά την εδραίωση του ελληνικού κράτους, ενώ ως οικισμός πρωτοεμφανίσθηκε το 1844. Στα τέλη του 19ου αιώνα συνδέθηκε με τη σιδηροδρομική γραμμή που ένωνε τη Χαλκίδα με την Αθήνα, αυξάνοντας έκτοτε τον πληθυσμό.

 Μετά την Απελευθέρωση, ο Αυλώνας (με την ονομασία Σάλεσι) εντάχθηκε στον Δήμο Τανάγρας της επαρχίας Θηβών. Το 1840 εντάχθηκε στον Δήμο Περαίας της επαρχίας Αττικής ο οποίος το 1871 μετονομάστηκε σε Δήμο Ωρωπίων. Μετά την κατάργηση των διευρυμένων δήμων με τη διοικητική διαίρεση του 1912, ο Αυλώνας αποτέλεσε έδρα της ομώνυμης κοινότητας η οποία μετεξελίχθηκε σε δήμο το 1990.

 Η συμμετοχή των Αυλωνιτών στους εθνικούς αγώνες ήταν πάνδημη, όπως προκύπτει από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Κατά την επανάσταση του 1821, στο σώμα του Σκουρτανιώτη υπηρέτησαν 50 Aυλωνίτες και άλλοι 20, δηλαδή σύνολο 70, έχουν ευρεθεί σε άλλα αρχεία, έχοντας λάβει και τιμητικές διακρίσεις για την προσφορά τους στον αγώνα. Στους μετέπειτα εθνικούς αγώνες, δεκάδες Αυλωνίτες πολέμησαν και θυσιάστηκαν υπέρ πατρίδος, όπως πιστοποιείται από την ιστορική παράδοση των οικογενειών αλλά και από το πλήθος των ονομάτων που  είναι χαραγμένα στο μαρμάρινο Ηρώον πεσόντων, στην κεντρική πλατεία (Ζυγομαλά) του χωριού.

Eκτός από τους εθνικούς αγώνες, το Σάλεσι διακρίθηκε και για τους κοινωνικούς του αγώνες στους οποίους πρωτοστάτησε μετά την Απελευθέρωση, αφού το κτήμα (τσιφλίκι) Σάλεσι-Μπούγα πουλήθηκε από τους Τούρκους στους Lapiere και Μαρκόπουλο, οι οποίοι στη συνέχεια το πούλησαν στον Ανδρέα Συγγρό. Οι νέοι ιδιοκτήτες το μισθώνουν σε ενοικιαστές ή το παραχωρούν σε χωρικούς που τα δουλεύουν ως κολλήγοι με την επίβλεψη επιστατών καταβάλλοντας ένα σημαντικό μέρος της σοδειάς.

Τότε επενέβη δραστικά ο Αντώνιος Ζυγομαλάς (1854-1930), ο οποίος συνέβαλε τα μέγιστα για την παροχή κλήρων προς τους καλλιεργητές του Αυλώνα (Σάλεσι). Το γεγονός αυτό τον κατέστησε ευεργέτη των αγροτών και των κτηνοτρόφων της ευρύτερης περιοχής, προς τιμή του οποίου και ανεγέρθη η μαρμάρινη προτομή του καθώς και της συζύγου του Λουκίας Μπαλάνου-Ζυγομαλά (1866-1947), σε δύο μαρμάρινες στήλες, προ της κοινοτικής βρύσης, στην κεντρική πλατεία του Αυλώνα.

Οι Σαλεσαίοι (Αυλωνίτες) με τη βοήθεια του Ζυγομαλά αγόρασαν το κτήμα από τον Ανδρέα Συγγρό. Καθώς δεν διέθεταν το ποσό που χρειαζόταν, ο Ζυγομαλάς εξασφάλισε δάνειο από την Εθνική Τράπεζα με υποθήκη το προικώο ακίνητο της γυναίκας του και πρόσφερε εκείνος το ποσό αντί των ακτημόνων. Το γεγονός αυτό οδήγησε σε ισχυρό δεσμό ανάμεσα στους ντόπιους και στην οικογένεια Ζυγομαλά. Το 1913 τα μεγάλα αγροκτήματα της Αττικής χαρακτηρίστηκαν όμοια με εκείνα της Θεσσαλίας και τονίστηκε η ανάγκη προσωρινής προστασίας των καλλιεργητών μέχρι τη λύση του Αγροτικού Ζητήματος. Την ίδια εποχή, στη Βόρεια Αττική συναντούμε τσιφλικοχώρια που δεν ξεπερνούν κατά κανόνα τους 350 κατοίκους. Εξαίρεση αποτελούν το Σάλεσι (Αυλώνας), που αναπτύσσεται δυναμικά και ξεπερνά τους 1.000  κατοίκους, το Μαρκόπουλο που φτάνει τους 624  κατοίκους, καθώς και τα Κιούρκα (Αφίδνες). (Μεγάλα χωριά της Αττικής ήταν επίσης οι Κουκουβάουνες, το άλλοτε χωριό του κτήματος του Πύργου Βασιλίσσης,  τα Νέα Λιόσια, καθώς και το Μπραχάμι Π. Φαλήρου. Τα υπόλοιπα χωριά ήταν πολύ μικρά, με μέσο πληθυσμό τους 175 κατοίκους.)

Η οικογένεια Ζυγομαλά αποτελούσε κλάδο Βυζαντινής οικογένειας από το Άργος. Πιθανόν ήρθε σε επαφή με το χωριό για να μείνει προσωρινά τη δεκαετία του 1865-75. Το 1888 ο Αντώνιος Ζυγομαλάς παντρεύτηκε με τη Λουκία Μπαλάνου, ενώ το 1920 μετά από ευσυνείδητη δουλειά στην πολιτική και έξι χρόνια από τον θάνατο του μοναχογιού του, Ανδρέα Ζυγομαλά, το 1914 στη Νιβίτσα της Βορείου Ηπείρου όπου υπηρετούσε έφεδρος ανθυπολοχαγός και πολέμησε στους Βαλκανικούς Αγώνες, αποσύρθηκε. Πέθανε στις 18 Σεπτεμβρίου 1930 στη Γαλλία και ο θάνατός του προκάλεσε πένθος στους χωρικούς της Αττικής και ιδιαίτερα στους Αυλωνίτες.  

Η Λουκία Μπαλάνου-Ζυγομαλά (1866 – 1947) ήταν Ηπειρώτισσα στην καταγωγή και το 1934 , 4 χρόνια μετά τον θάνατο του συζύγου της, εγκαταστάθηκε μόνιμα στον Αυλώνα. Σε περιπάτους που έκανε στα χωριά, το ενδιαφέρον της τράβηξε η παραδοσιακή τέχνη των κεντημάτων και των υφαντών με τα περίτεχνα μοτίβα τους.  Έτσι, άνοιξε τη σχολή κεντητικής «Αττική, Ελληνικά Χωρικά Κεντήματα» η οποία αριθμούσε περίπου 1.500 κεντήστρες, προερχόμενες από πολλές σχολές όχι μόνο από τον Αυλώνα αλλά και από όλα τα αρβανιτοχώρια της Αττικής (Βαρνάβα, Μαραθώνας, Μενίδι, Λιόσια, Παιανία (Λιόπεσι), Κορωπί, Μαρκόπουλο, Καλύβια μέχρι και την Κερατέα). Η καλύτερη κεντήστρια του χωριού ορίζεται διευθύντρια της κάθε σχολής. Οι εκλεκτές δημιουργίες διακινούνταν μέσω πρατηρίου στην οδό Βουλής 7 στην καρδιά της Αθήνας και κοσμούσαν τα σαλόνια αστικών και βασιλικών οικογενειών σε όλη την Ευρώπη. Το 1936 οι σχολές έκλεισαν και το υλικό το συγκεντρώνει και το εκθέτει η Λουκία Ζυγομαλά σε προθήκη του σπιτιού της στον Αυλώνα.

Το 1938 ανήγειρε στο κέντρο του χωριού τον Ιερό Ναό των Αγίων Αντωνίου και Ανδρέα, αφιερωμένη στη μνήμη του συζύγου και του γιου της. Η μελέτη για την κατασκευή του ναού έγινε από τον αρχιτέκτονα Νικόλαο Ζουμπουλίδη, ο οποίος πήρε ως πρότυπο τον Ιερό Ναό των Αγίων Θεοδώρων (13ος αιώνας μ.Χ.) του Μυστρά, βυζαντινού ρυθμού. Σήμερα, το σπίτι της Λουκίας Ζυγομαλά στον Αυλώνα λειτουργεί ως το Μουσείο Ζυγομαλά, σύμφωνα με την επιθυμία της ίδιας. Όπως μαρτυρούν κάτοικοι του Αυλώνα, «η κυρία Ζυγομαλά ήταν μια αρχόντισσα, από καλή οικογένεια, μια κυρία με όλη τη σημασία της λέξης».

Ιδιαίτερη θέση ανάμεσα στα εκθέματα του Μουσείου Ζυγομαλά κατέχουν πρωτότυπες πρακτικές για τα διάφορα είδη της κεντητικής τέχνης που διασώζουν σπάνιες βυζαντινές, σαρακατσάνικες, βλάχικες, ποντιακές και μικρασιατικές τεχνικές, χειροποίητα υφαντά, χαλιά, σαλόνια, παραδοσιακές στολές, κουρτίνες, καλύμματα, μαξιλάρια, που έχουν φτιαχτεί από τη σχολή κεντητικής Ζυγομαλά, προσωπικά αντικείμενα της οικογένειας, το γραφείο του Αντώνη Ζυγομαλά, παράσημα, όπλα και στολές του Ανδρέα Ζυγομαλά (μοναχογιού του ζεύγους), καθώς και η κρεβατοκάμαρα της Λουκίας Ζυγομαλά με προσωπικά της είδη.

Μεταξύ των εκθεμάτων ξεχωρίζει η τουρκική σημαία που πήρε ως λάφυρο ο Ανδρέας Ζυγομαλάς (Αθήνα 1890 – Νιβίτσα Βορείου Ηπείρου, 30 Ιουλίου 1914) κατά τη διάρκεια της νικηφόρας μάχης του Μπιζανίου, προσδίδοντας στο μουσείο έντονη ιστορική και εθνική διάσταση.

(συνεχίζεται)

Πηγές:

Μπουγιέση Μ. (2009), Ο χορός και το τραγούδι μέσα από τα κοινωνικά δρώμενα, στον Αυλώνα Αττικής, Διπλωματική Εργασία, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.

Το Σάλεσι: http://tosalesi.blogspot.com/2011/03/1821.html    

Βικιπαίδεια: Αυλώνας Αττικής, Αντώνιος Ζυγομαλάς

Ιχνηλατώντας τη Λαογραφία του Αυλώνα: https://www.facebook.com/profile.php?id=100047122535752

ΕΛΣΤΑΤ: Αποτελέσματα μονίμου πληθυσμού κατά Δημοτική Ενότητα, 2021

Τούντα Φ. (1998), Γαιοκτησία, οικιστική επέκταση και αποδάσωση στην Αττική, Διδακτορική διατριβή, ΕΜΠ.

Γκικάκης Ι. (2007), Η Ιστορία του Ωρωπού, Ωρωπός.

Δήμος Ωρωπού: https://www.oropos.gov.gr/dimotikes-enotites/aylonas και https://www.facebook.com/share/v/1DBcTatPvE/

Ντοκιμαντέρ για τον Δήμο Ωρωπού: https://www.youtube.com/watch?v=nwJSeJu8FcE

Πατρώνης, Β. (2010), Το Αγροτικό Ζήτημα στην Ελλάδα:  https://www.kathimerini.gr/politics/383037/to-agrotiko-zitima-stin-ellada/

Oropos History, Το Αμαλίειο Ορφανοτροφείο και οι Παλιές Φυλακές του Ωρωπού: https://oroposhistory.blogspot.com/2023/09/blog-post.html#more

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου